Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

9/9/11

Τα παππούδια της οργής (The Gramps of Wrath) (A)

H νύχτα έφυγε σιωπηλή, δίνοντας τη σκυτάλη στη δροσερή καλοκαιρινή ανατολή. Ο Ερμόλαος, πιστός στην καθημέρινη του συνήθεια, την υποδέχθηκε στο μπαλκόνι του, απολαμβάνοντας τη δροσιά και τις μυρωδίες του βασιλικού που με τόσο πάθος λατρεύει. Τα τελευταία χρόνια τον βρήκανε μόνο του. Δεν είχε παράπονο όμως: μεγαλούργησε στον εργασιακό του βίο, φρόντισε τα τέκνα του και πλέον, όντας συνταξιούχος, απολάμβανε τους καρπούς του, την ασφάλεια του σταθερού εισοδήματος, την ηρεμία του. Όλα πήγαιναν όπως περιμένε... όπως ο ίδιος φρόντισε να πάνε, καθώς πάντα πίστευε πώς ο άνθρωπος καθορίζει τη μοίρα του.
Βέβαια, η γαλήνη μέσα στην οποία με λαχτάρα είχε βυθιστεί, τον έβαζε συχνά σε σκέψεις. Και πρωταγωνιστής στο χορό του μυαλού ήταν ο χρόνος. Η έννοια του χρόνου...πόσες φορές πρόδιδε και άλλαζε το νόημά του...Νέος ήθελε όλα να τρέχουν γρήγορα, βιάζονταν να τα κάνει όλα...Τώρα όμως, θέλει να απολαμβάνει κάθε στιγμή, θέλει ο χρόνος να κυλά αργά. Σταμάτησε να κοιμάται πολλές ωρές, χάνει πολύτιμο χρόνο. Απολαμβάνει την κάθε στιγμή στην γλυκιά δύση των χρόνων του...
Απόλαυσε το καφεδάκι του με τη συντροφιά της πιστής παρέας του, άλλη μια συνήθεια που δεν μπόρεσε ποτέ να αποβάλλει. Δεν έπινε, δεν έκανε καταχρήσεις, αλλά η νικοτίνη ανέκαθεν ήταν η αδυναμία του. Στα άγχη, στις χαρές, στις λύπες, στη χαλάρωση... Μια βαθιά ρουφηξιά και μετά ήταν έτοιμος για να ξεκινήσει τη μέρα του. Περιποιήθηκε τον εαυτό του, ντύθηκε, πήγε στον καθρέπτη και χτέσινε τα λιγοστά μαλλιά του. "Κάθε ηλικία έχει την γοητεία της..." σκέφτηκε και χαμογέλασε στο είδωλό του. Άρπαξε ταχύτατα το μπαστούνι του και βγήκε από το σπίτι, καιρός χαρά θεού, χαζός όποιος μένει σπίτι...

Κατευθύνθηκε στο γνώριμο στέκι. Τον καφενέ της γειτονιάς. Από τους λίγους που κατάφεραν να επιβιώσουν στο πέρασμα του χρόνου, των τάσεων και των αλλαγών στους τρόπους διασκέδασης. Γι'αυτόν ο καφενές ήταν το φάρμακό του. Εκεί γνώρισε τους τωρινούς του φίλους: τον κυρ Κώτσο και τον κυρ Παύλο. Μια μικρή συμμορία ήταν οι τρεις παππούδες.  Ο Ερμόλαος ο Πράος, ο Κώτσος ο Ευκολόπιστος, ο Παύλος ο Κυνικός.
Ο Παύλος συγκεκριμένα, καυτηρίαζε τα πάντα: από την επικαιρότητα μέχρι τις συνήθειες της νέας γενιάς. Και πάντα, μα πάντα, έβριζε τα θεία. Επίσης δεν είχε ίχνος ντροπής πάνω του: Πονηρός, κυνικός, βλάσφημος και με μια περίεργη αγάπη για τις νεαρές ηλικίες, ανεξαρτήτως φύλου. Ευτυχώς που ο Ερμόλαος διατηρούσε τις ισορροπίες...ποιός ξέρει που θα είχε καταλήξει ο αγαθός Κώτσος υπό την απόλυτη επιρροή του Παύλου...
Όταν ο Ερμόλαος είχε απομακρυνθεί από την "συμμορία" για ένα μικρό χρονικό διάστημα...ο Κώτσος και ο Παύλος ήταν αχώριστοι...και ένα τέτοιο δίδυμο μόνο καλό δε μπορεί κάνει, και δεν έκανε.

Κάποια στιγμή λοιπόν ο κυρ Κώτσος πίστηκε πως τα γειρατιά είναι μια κατάσταση αναστρέψιμη, πώς όλα είναι στο μυαλό και αν σκεφτείς και λαχταρείς πολύ κάτι μπορείς να το κάνεις, το σώμα υποκλίνεται στο μυαλό και ακολουθεί τις προσταγές του. Ξεκίνησε λοιπόν να πολιορκεί το αντίθετο φύλο και συγκεκριμένα: Νεαρές Κορασίδες. Του είχε σφηνωθεί στο μυαλό πως σήμερα οι νέοι θέλουν αμεσότητα, ευθύτητα, πως η μαγεία της υπομονής και τα ρομάντζα ανήκουν στο παρελθόν. Ενστερνίστηκε λοιπόν τις νέες τάσεις και όρμηξε. Κυριολεκτικά όρμηξε. Και το αποτέλεσμα: γλίτωσε με μώλωπες και ένα τσουβάλι χαρτιά, καταγγελίες από τα τοπικά σχολεία της περιοχής.
Μετά τα συγκεκριμένα περιστατικά έμεινε για λίγο στην αφάνεια, αλλά τελικά επέστρεψε στον αγαπητό καφενέ. Ντροπιασμένος, αλλά πολύ ηλίθιος για να τον απασχολεί [...].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου